Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29.10.21

ΣΤΗΝ "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"

 


ΣΤΗΝ "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"
Οι εικονιζόμενοι είμαστε γαύροι. Ο κρυπτόμενος είναι βάζελος με πηγαίο χιούμορ!

 

7.9.20

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
 
Κριτική μου δημοσιευμένη στα ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου για το βιβλίο του Ρομπέρτο Φονταναρόσα, «Puro fútbol. Οκτώ διηγήματα αργεντίνικου πάθους για το ποδόσφαιρο», μετάφραση-εισαγωγή Μιχάλης Τσούτσιας, Εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα 20209, σσ. 142.
Υπήρξε εμβληματική φιγούρα της αργεντίνικης κουλτούρας ο Ρομπέρτο Φονταναρόσα (1944-2007), ο επιλεγόμενος «Μαύρος» από το Ροσάριο: σκιτσογράφος, κομίστας, λογοτέχνης, σε όλα του κορυφαίος. Άφησε πίσω του τεράστιο έργο. Ο ίδιος –όπως είχε επανειλημμένως γράψει– θα ήθελε, πάντως, να τον θυμούνται ως «αφοσιωμένο οπαδό της Ροσάριο Σεντράλ», της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας.
Το ότι ο Μαύρος ήταν πολύ διασημότερος της ομάδας του δεν σήμαινε τίποτα γι’ αυτόν. Το Ροσάριο, η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής, ιδιαίτερη πατρίδα του Τσε Γκεβάρα και του Λιονέλ Μέσι (και πλείστων όσων διασήμων ποδοσφαιριστών) έχει δύο μεσαίου ποδοσφαιρικού βεληνεκούς ομάδες, που μισούνται μεταξύ τους θανάσιμα: τη Ροσάριο Σεντράλ (κοινώς «Κανάγιες», δηλαδή «Σκυλολόι» ή «Παλιοτόμαρα») και τη Νιούελς Ολντ Μπόις (κοινώς «Λέπρα»). Για τον Φονταναρόσα η ζωή είχε νόημα, επειδή υποστήριζε τους Κανάγιες και όταν αυτοί νικούσαν τους Λεπρούς. Στις ήττες (που είναι, ως γνωστόν, μέσα στο παιχνίδι) έβλεπε μόνο όσους λόγους τού επέτρεπαν να ξαναβρεί το χαμένο νόημα – νικητής.
Στο «Puro fútbol» (στο «Αγνό ποδόσφαιρο») περιλαμβάνονται οκτώ αυστηρά επιλεγμένα διηγήματα από το πλήθος που είχε συγγράψει. Όλα τους αναφέρονται στη Ροσάριο Σεντράλ και στο πώς νιώθει ο οπαδός της κάθε στιγμή της ημέρας του, όχι μόνο την ώρα του αγώνα. Η αφηγηματική του τέχνη είναι επηρεασμένη τόσο από την καρτουνίστικη πρόσληψη της πραγματικότητας όσο και από τον τυφλό (γι’ αυτό και άδολο) φανατισμό τού οπαδού που επιθυμεί να είναι φανατικός και να νικάει πάντα η ομάδα του. Ναι, η αντίληψή του για το ποδόσφαιρο δεν διαπνέεται από «αθλητικό πνεύμα», ούτε τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο («χρειάζονται και η ύπουλη κλοτσιά και η μουλωχτή αγκωνιά», γράφει). Γι’ αυτόν το ματς είναι πόλεμος, και η νίκη στον πόλεμο είναι βεβαίωση επιβίωσής του ως ανθρώπου και ως Κανάγια. Ιδίως όταν επιτυγχάνεται εναντίον των συγκεκριμένων «άλλων».
Οι ήρωές του είναι άνθρωποι πάσης φύσεως και καταγωγής. Μεταξύ τους είναι και ο ίδιος απλός συμπαίκτης, στρατιώτης. Το ότι είναι «των γραμμάτων» δεν του δίνει κανένα προνόμιο στην οπαδική σύναξη στο «Ελ Κάιρο», στο οπαδικό τους στέκι. Η δράση είναι συλλογική, ακριβώς επειδή βασίζεται σε συνείδηση συλλογική. Οι συμμετέχοντες μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα: την οπαδική ιδιόλεκτο που κανονικά είναι μόνο προφορική, καθώς τα εξωγλωσσικά στοιχεία, που αρταίνουν και νοστιμεύουν την ουσία της, δεν μεταφέρονται στο χαρτί: δεν διαβάζονται – μόνο ακούγονται!
Ο Φονταναρόσα επιχειρεί και καταφέρνει το σχεδόν αδύνατο: να κάνει τον ακουόμενο λόγο του γηπέδου να είναι λόγος αναγνώσιμος. Και συνάμα αποδεκτός μέσα στην αυθεντικότητά του – ακόμα και από εκείνους που δεν έχουν στενή σχέση με τον κόσμο του ποδοσφαίρου, και ακόμα λιγότερο με τη «γλωσσολογία» και τη «φιλολογία» του. Διότι ο συγγραφέας των διηγημάτων αυτών ξέρει να διαβάζει αψευδώς τις κοινωνικές ομάδες (εν προκειμένω τους οπαδούς της ομάδας του, άρα τον εαυτό του) και να αποκωδικεύει τις συμπεριφορές τους. Τα διηγήματα αυτά κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν κοινωνιολογικά δοκίμια, παρ’ όλο που ο συγγραφέας τους δεν το διεκδικεί καθόλου. Και η παραμικρή λέξη, φράση ή αντίδραση εκεί μέσα βρίσκει αντίκρισμα σε ένα σύστημα κωδίκων που, είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, ανακαλεί στον νου του αναγνώστη πράγματα οικεία. Η οπαδική αγάπη αποτελεί απλώς το «πεδίο» της έρευνας.
Ό,τι γράφει υπέρ της ομάδας του (με ερωτική αγάπη και με σκληρότητα «αδοκίμων» εκφράσεων) ισχύει (και το ξέρει) για όλους όσοι αγαπούν με ισοδύναμο πάθος την οποιαδήποτε άλλη ομάδα, και στην χώρα του και στον κόσμο ολόκληρο. Αυτός, όμως, θέλει να γράφει αποκλειστικά για τη δική του ομάδα – για τις άλλες ας γράψουν άλλοι.
Είναι το μοναδικό λογοτεχνικό έργο του που κυκλοφορεί στη γλώσσα μας. Ο Μιχάλης Τσούτσιας, ο μεταφραστής, στον οποίον οφείλουμε και την εμπεριστατωμένη εισαγωγή και τις διευκρινιστικές σημειώσεις, επιτέλεσε άθλο. Διαβάζουμε το μετάφρασμά του και πουθενά δεν «κλοτσάει» η γλώσσα. Η οπαδική ζαργκόν μεταφέρεται από τα αργεντίνικα ισπανικά με θαυμαστή ακρίβεια στα καθ’ ημάς. Οι δυναμικές «ισοδυναμίες» (μάλλον «ισοσθένειες»), που προτείνονται, είναι απίστευτα επιτυχείς. Διαβάζεις σαν να ακούς,… σαν να συμμετέχεις στους διαλόγους. Είναι γνωστό ότι στη δομή επιφανείας τα πράγματα δεν λέγονται το ίδιο στις διάφορες ποδοσφαιρικές γλωσσικές κοινότητες. Στη μύχια δομή τους, όμως, είναι κοινά σε όλον τον κόσμο: πρόκειται για την καθολικότητα του οπαδικού λόγου, που ακριβώς γι’ αυτό είναι κοινός. Αυτή, λοιπόν, τη διεγνωσμένη κοινότητα την αναδεικνύει ο μεταφραστής με αβίαστη φυσικότητα και μας την προσφέρει απλόχερα και –κυρίως– σωστά.
Το βιβλίο συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους – μετέχοντες και μη μετέχοντες της οπαδικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να τελειώσω με πνεύμα οπαδικό: από τις ομάδες του Ροσάριο συμπαθώ τη «Λέπρα» – γιατί, παρακολουθώντας όσοι αγαπάμε το ποδόσφαιρο τα ανά τον κόσμο ντέρμπι, οφείλουμε να είμαστε με κάποιον. Στην Αργεντινή, βέβαια, εξ απαλών ονύχων υποστηρίζω τους «Bosteros» (τους «Σκατάδες»): την ομαδάρα της Μπόκα Τζούνιορς. Με αυτό το διπλό argumentum a contrario συστήνω και πάλι ανεπιφύλακτα το βιβλίο του Φονταναρόσα.

1.9.20

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ


ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
 
Το βιβλίο του Γκάμπριελ Κουν "Ποδόσφαιρο εναντίον Κράτους" (Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020), που μετέφρασε ο παλιός μου μαθητής Βαγγέλης Τσίρμπας και που έχω γράψει το ακόλουθο ο προλογικό σημείωμα:
 
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
 
Ο αναγνώστης κρατάει στα χέρια του ένα βιβλίο που λέει μια βαθιά αλήθεια για τον χαρακτήρα του ποδοσφαίρου. Είναι γνωστό πια, ιδίως στα χρόνια της απόλυτης σχετικοκρατίας (που βολεύει όλους εκείνους που έχουν τουλάχιστον ένα «πάνω χέρι»), ότι δεν υπάρχει «η» αλήθεια, αλλά αυτό που ο καθένας βλέπει ή θεωρεί ως αλήθεια. Και έρχονται και κάποιοι «έξυπνοι» και προσθέτουν ότι τη μοναδική αλήθεια δεν την διεκδικούν «πια» ούτε οι φυσικοί νόμοι, και ότι μόνο μια θρησκευτική και εξ αποκαλύψεως αντίληψη του κόσμου προσφέρεται ως υποδοχέας μοναδικών και απαρασαλεύτων αληθειών. Εν τάξει, ίσως τράβηξαν αρκετά σε μάκρος τούτες οι πρώτες αράδες. Γι’ αυτό και θα το διατυπώσω με βραχύτητα: η αρχετυπική αλήθεια του ποδοσφαίρου έγκειται στη λαϊκότητα και στην ομαδικότητά του. Οι δύο όροι μάλιστα συνδέονται ακατάλυτα την ιστορική στιγμή της γέννησης του σπορ – αργότερα, δια των ποικίλων ερμηνειών που δέχτηκαν, έφτασαν να έχουν μεν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον, αλλά να εξακολουθεί υφιστάμενος ακόμα ένας κάποιος οσοδήποτε χαλαρός δεσμός μεταξύ τους. Να τολμήσω να το πω: όπως θυμόμαστε αμυδρά και τρόπον τινά φολκλορικά διάφορα έθιμα «χαμένα» ή «ξεχασμένα» (τρόπος του λέγειν, αφού τα θυμόμαστε και τα τηρούμε όπως τα τηρούμε), έτσι, με «παραδοσιακό» ήθος, διατηρείται ο δεσμός της λαϊκότητας με την ομαδικότητα του ποδοσφαίρου. Κι έτσι όπως έχουν έλθει πια τα πράγματα, πάνω σε τούτο τον δεσμό πρέπει να χτιστεί ό,τι είναι να χτιστεί στο μέλλον για το ποδόσφαιρο υπέρ του ποδοσφαίρου και των ανθρώπων που το λατρεύουν.
Εξηγούμαι: Η μεν λαϊκότητα είναι πια σχεδόν αποκλειστικά οπαδισμός, η δε ομαδικότητα είναι condition sine qua non, παναπεί όρος απαραίτητος για τον εγγενή χαρακτήρα του σπορ που λέγεται ποδόσφαιρο. Στην αρχή της προηγούμενης περιόδου έγραψα «είναι πια»· θα μπορούσα (μάλλον: θα έπρεπε) να έγραφα «έχει καταντήσει», χωρίς να έχω καμία πρόθεση να δειχθώ απαξιωτικός. Ο ρους των εξελίξεων, η φορά των πραγμάτων, οι συνήθειες των ανθρώπων και πάμπολλα τέτοια γενικευτικά στερεότυπα, που έχουν γίνει επίκτητη συνείδηση των ασχολουμένων με τα σπορ, αποδεικνύονται παράγοντες ισχυρότατοι στο να έχουν συσκοτίσει (αν όχι και τελείως διαστρεβλώσει) την αρχετυπική αλήθεια του ποδοσφαίρου. Γιατί –ερωτώ– τι σχέση έχει το σημερινό ποδόσφαιρο της FIFA με το ιστορικό ποδόσφαιρο των εγγλέζικων Midlands ή των βραζιλιάνικων φαβελών και των απανταχού της γης αλανών;
Λατρεύω το ποδόσφαιρο τόσο, όσο και ο συγγραφέας του βιβλίου, και μου έχει μείνει μια κάποια πίκρα που, ενώ «ήξερα καλή μπάλα» και ήμουν και «γκολτζής», δεν κατάφερα να παίξω σε αναγνωρισμένη ομάδα. Και βέβαια υποστηρίζω την ομάδα μου στην Ελλάδα, και μερικές ομάδες σε άλλες χώρες – όπως και αντιπαθώ κάποιες ομάδες στην Ελλάδα και το ίδιο ακριβώς και σε άλλες χώρες. Αυτά είναι κανονικά πράγματα. Οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες τις πιο πολλές φορές, αν όχι πάντα, είναι μεν τυχαίες, αλλά από τη στιγμή που θα γίνει η κρίσιμη επιλογή, τότε όλες οι άλλες επιλογές είναι ακράδαντα λογικές. Το ποιος θέλω εγώ να νικάει εκείνον που θέλω εγώ να χάνει είναι ίσως ό,τι πιο καθαρό μας έχει απομείνει από την αρχέγονη σύλληψη του football στα χωράφια της Αγγλίας. Μόνο που εκείνο το «εγώ» εντασσόταν τότε υποχρεωτικά σ’ ένα υπέρτερο «εμείς», επειδή η αντίληψη για το άθλημα ήταν ταξική και μόνο ταξική: με ποιους συμπαρατάσσομαι εναντίον ποιών. Τόσο απλά. Αλλά τότε, in the very beginning, υπήρχε και κάτι απλούστερο: η αντίληψη ότι εμείς παίζουμε ένα παιχνίδι που δεν το παίξουν οι άλλοι, αυτοί που παίζουν, φέρ’ ειπείν, cricket ή ό,τι άλλο. Αυτές οι δύο βαθμίδες της ταξικότητας του ποδοσφαίρου οδηγούν οπωσδήποτε –σαν να είναι πορεία σε μονόδρομο– το «εγώ» στο «εμείς»: ποδόσφαιρο δεν υφίσταται χωρίς «ομάδα» (οργανωμένο σύνολο με βάση κανόνες σεβαστούς από όλους) και χωρίς «αντίπαλο», ο οποίος συνιστά ομοίως οργανωμένο σύνολο με βάση κανόνες σεβαστούς από όλους τους παίκτες του. Δεν υπάρχουν ατομικές επιδόσεις ανεξάρτητες από την ομάδα. Επ’ αυτού κρίνω ότι δεν χρειάζονται περισσότερα. Η καθέκαστον ατομική ικανότητα συντήκεται στο καμίνι της ομάδας.
Η σχέση του κόσμου (διάβαζε: του λαού) με το ποδόσφαιρο, είναι σχέση αγαπητική. Τον όρο αυτό, που θυμίζει έντονα θρησκευτική ορολογία, τον διάλεξα επίτηδες. Όπως οι ιστορικές χριστιανικές αγάπες ήσαν η αποτύπωση του κοινοτικού βίου και της συνεργατικότητας, έτσι και η οπαδική αφοσίωσή μας στην ομάδα μας είναι μια αταβιστική επιβίωση της υπεροχής του «ομού» επί του «χωριστά». Από το «ομού», εξ άλλου, προέκυψαν η ομιλία και οι όμιλοι: ο έναρθρος λόγος και ο χώρος διαλόγου αντίστοιχα. Clubs, ήτοι όμιλοι, είναι ιστορικώς όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Κάτι σαν τους ομίλους είναι –απλώς χάριν της διαφοράς στην ονοματοδοσία– και οι σύνδεσμοι, οι ενώσεις, τα σωματεία… Οι σύλλογοι: εκείνη η κοινότητα όπου ενώνονται οι λόγοι! Όπως και αν λέγονταν ή λέγονται τα μορφώματα αυτά σημαίνουν τούτο το ένα: διάφοροι όμοιοι ως προς την ταξική προέλευση και τα ενδιαφέροντα (που η λέξη interests στην αγγλική γλώσσα σημαίνει και τα συμφέροντα) συνενώνονται, οργανώνονται, συνεργάζονται υπηρετώντας από κοινού (in common) αρχές, αλλά και σκοπούς εξ αρχής συμφωνημένους. Υπενθυμίζω, όλως ίσως εκ περισσού, ότι η λέξη σκοπός στα αγγλικά λέγεται goal. Το ενδιαφέρον/συμφέρον της ομάδας είναι να πετύχει γκολ,… περισσότερα γκολ από όσα θα δεχθεί,… όσα γκολ χρειάζεται για να νικήσει την αντίπαλη ομάδα.
Ο «κομμουνιστικός» πρωταρχικός χαρακτήρας του ποδοσφαίρου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παραδεκτώς. Και μπορεί να έγραψα ήδη παραπάνω «αρχές» και «εξ αρχής» και «πρωταρχικός», αλλά το ποδόσφαιρο ως επιθυμία για παιχνίδι είναι «αναρχικό», καθώς και ο αναρχισμός στον πυρήνα του είναι πρωτίστως απλή επιθυμία: μια επιθυμία συλλογικής δράσης, στο πλαίσιο της οποίας οι άνθρωποι απολαμβάνουν την κοινοτική συνυπάρξή τους στη βάση της ισότητας και της εξυπηρέτησης του τεθέντος goal. Παρατηρεί ο συγγραφέας ότι «εδώ μπορεί να ξεκινήσει ή τουλάχιστον να αναπτυχθεί η αναρχία. Όταν η ιδέα της αυτοοργάνωσης γίνεται σαφής με τον τρόπο που επιτυγχάνεται ένα γκολ ή με τον τρόπο που προπονείται μία ομάδα, ο αναρχισμός δεν φαίνεται μεγάλο κατόρθωμα. Η συνένωση του ποδοσφαίρου και του αναρχισμού είναι κάτι φυσικό, συμβιωτικό».
Είναι όμορφη η εικόνα αυτή, πλην όμως είναι πια και αυτή ένα goal, που πρέπει να τεθεί και να επιτευχθεί. Είναι πόθος για επανάκτηση εκείνου του ήταν κάποτε και δεν υπάρχει πια. Το ποδόσφαιρο έχει «χαλάσει», έχει «αλλοιωθεί». Εξακολουθεί μεν να έχει ταξικό χαρακτήρα, αλλά οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: ελέγχεται πια από εκείνους, των οποίων τα «παιχνίδια» αντιστρατευόταν στο ξεκίνημά του. Έχει γίνει παράγοντας της οικονομίας, της παγκόσμιας οικονομίας, όπως την έχει διαμορφώσει ο πανταχού κυριαρχών καπιταλισμός. Η λαϊκότητά του έχει γίνει, όπως γράψαμε και στην αρχή, οπαδισμός, όπου ο οπαδός τις περισσότερες φορές είναι αθώο άθυρμα στα χέρια του ισχυρού οικονομικού παράγοντα, κανονικός στρατός. Βεβαίως υπάρχουν και οι «πονηροί» οπαδοί: αυτοί που συνειδητά διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο του πληρωμένου ατζέντη των ισχυρών οικονομικών παραγόντων, το ρόλο του επιλοχία, του λοχαγού, του στρατηγού.
Γνωστά πράγματα γράφω. Το ποδόσφαιρο έχει πάρει άλλο δρόμο, αντίθετον από εκείνον που ακολουθούσε στην αρχή. Με τα χρόνια, με τους πολέμους, με τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, με τη μετατροπή της κοινωνίας σε παθητικό δέκτη των ορέξεων των πάσης φύσεως δυνατών και σε βουλιμικό καταναλωτή της οποιασδήποτε πρεταπορτέ χαράς, το ποδόσφαιρο κατακτήθηκε από εκείνους που το εχθρεύονταν στην αρχή της ιστορίας του. Όσο δίκιο και αν έχει ο Αντόνιο Γκράμσι, όταν αποκάλεσε στον καιρό του το γήπεδο ως το «σπουδαίο υπαίθριο βασίλειο της ανθρώπινης αφοσίωσης», δίκιο που του το αναγνωρίζουμε, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι τώρα το ποδόσφαιρο παίζει σε άλλο γήπεδο, παίζει μονίμως εκτός έδρας. Βεβαίως και πρέπει να ξαναγίνει δικό μας, ασφαλώς και πρέπει να παίζει στο δικό μας γήπεδο. Ευχή είναι, και καλό είναι να την κρατήσουμε ζωντανή, για να γίνει όραμα, και σκοπός: για να βάλουμε γκολ! Η ιστορία δεν πηγαίνει πάντα ίσια – γι’ αυτό και πάντα υπάρχει η δυνατότητα να «ξεστρατίσουν» τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση: αυτήν της εν γένει ριζοσπαστικής πολιτικής, αφού ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε όντα πολιτικά, όντα κοινοτικά, όντα ομαδικά.
Το πνεύμα αυτό απηχεί το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο: «Το ποδόσφαιρο είναι ένα περίπλοκο παιχνίδι και πιθανότατα υπάρχουν εξίσου πολλές προβληματικές πτυχές, όσο και απελευθερωτικές – ωστόσο, οι τελευταίες είναι υπαρκτές, και οι ριζοσπαστικοί οπαδοί πρέπει να τις ξετρυπώσουν. Ενώ το ποδόσφαιρο μπορεί να μην είναι ριζοσπαστικό καθαυτό, μπορεί να αποτελέσει τμήμα της επανάστασης – είναι κοντόφθαλμο να μειώνουμε το ποδόσφαιρο σε όπιο των μαζών, σε καπιταλιστικό παράδεισο και σε αντιδραστικό εκτροφείο εθνικισμού και σεχταρισμού. Υπάρχουν εγγενείς ποδοσφαιρικές αξίες που μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση και καθιέρωση κοινοτήτων με βάση την άμεση δημοκρατία, την αλληλεγγύη και, ας μην ξεχνιόμαστε, τη διασκέδαση».
Το βιβλίο του Gabriel Kuhn, Soccer Vs. The State: Tackling Football and Radical Politics, που κυκλοφόρησε το 2011, είχα το προνόμιο να το διαβάσω στην πρώτη μορφή της εδώ προσφερόμενης μετάφρασής του στα ελληνικά. Ήταν ο καρπός της πτυχιακής εργασίας που είχε εκπονήσει ο τότε φοιτητής μου (στην Κέρκυρα, στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου) και έκτοτε αγαπητός μου φίλος Βαγγέλης Τσίρμπας. Με μεγάλη μου χαρά έσυρα τούτες τις ηλεκτρονικές αράδες. Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκδότη για τη φιλοξενία. Από τον μεταφραστή περιμένω (κάτι για το οποίο είμαι βέβαιος) να μας δώσει και άλλες τέτοιες εξαιρετικής ποιότητας εργασίες. Και στους αναγνώστες εύχομαι να απολαύσουν αυτό το υπέροχο βιβλίο για τη μεγάλη (και τόσο αντιφατική) αγάπη μας: για το ποδόσφαιρο.
 
Κέρκυρα, 27 Ιουνίου 2020
Γιώργος Κεντρωτής

19.7.20

13.6.20

ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ


ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ
Μου γράφει ο σύγγαυρος φίλος Γιώργος Παπαδόπουλος από τη Βέροια:

Καλημέρες από την ερυθρόλευκη βασίλισσα του Βορρά. Πανηγυρίζοντας το 45ο... Και ανοίγοντας τυχαία δύο σελίδες πέφτεις πάνω στο "Φάληρο" του Μαβίλη και στο "Κόκκινο Φεγγάρι" του Χατζιδάκι....

21.5.20

13.2.20

ΜΑΡΤΥΡΙΑ



ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΠΡΙΝ ΜΙΑ ΩΡΑ...

... και θα μου κρατήσει κανά μήνα παρέα. Πρόκειται για εξαιρετική εργασία. Θα το έπαιρνα, ούτως ή άλλως. Ίσως όχι σήμερα. Αλλά εκεί που το "χάιδευα" και μόλις είδα την υπογραμμισμένη (από εμένα) αράδα, πήγα κατ' ευθείαν στο ταμείο!



1.7.19

ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τον στρατό...

...και από τον αγώνα-μπαράζ του Θρύλου με τον Παναθηναϊκό στον Βόλο, το 1982.
Η ιστορία περιλαμβάνεται στο μυθιστόρημά μου "45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους", Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2003.






28.12.18

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

David Winner, "Total Football: επανάσταση χρώματος πορτοκαλί", μετάφραση Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2018.

Όποιος αγαπάει το ποδόσφαιρο πρέπει να το αποκτήσει!

16.11.18

ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Στη λεγόμενη τρυφερή ηλικία γίνονται οι σημαντικές επιλογές των ανθρώπων – τότε, δηλαδή, που λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά το συναίσθημα, και ο νους απλώς παρακολουθεί (πολλές φορές αδιάφορος και αδρανής) τα δρώμενα. Έχοντας ξεπεράσει ήδη την έκτη δεκαετία του βίου μου θα πρέπει να γυρίσω πολύ πίσω, για να ανατρέξω στη δική μου τρυφερή και –ας μου επιτραπεί ο όρος– μετατρυφερή ηλικία σε δύο κωμοπόλεις της πελοποννησιακής επαρχίας του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’60 και του πρώτου μισού της δεκαετίας του ’70.
            Παρακάμπτω τη χρονολογική σειρά και αρχίζω ανάποδα. Νεμέα Κορινθίας: έζησα εκεί έξι χρόνια, αρχής γενομένης από τον Σεπτέμβρη του 1970 λόγω υπηρεσιακής μεταθέσεως του πατέρα μου. Στις 8 Μαρτίου 1972 βρεθήκαμε για κοινωνική επίσκεψη σε σπίτι που διέθετε τηλεοπτική συσκευή και είδαμε τον αγώνα του Άγιαξ με την Άρσεναλ για το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης, τον πρόγονο του σημερινού Τσάμπιονς Ληγκ. Τελικό σκορ 2-1:  προηγήθηκε η Αρσεναλ με γκολ του Ρέι Κέννεντυ, αλλά νίκησε τελικώς ο Άγιαξ με δύο γκολ του Χέρρι Μιούρεν, από ένα σε κάθε ημίχρονο.  Όλοι όχι μόνο θαυμάσαμε την ολλανδική ομάδα, που υπό τις οδηγίες του Στέφαν Κόβατς έπαιζε άλλο ποδόσφαιρο, αλλά και το ευχαριστηθήκαμε, παρ’ όλο που η Άρσεναλ δεν μάς ήταν καθόλου αντιπαθής. Τα χρόνια εκείνα βλέπαμε στην τιβί με τη βοήθεια του Γιάννη Διακογιάννη «κονσέρβα» κάθε Σάββατο απόγευμα 45 λεπτά αγγλικό ποδόσφαιρο, και αυτό ήταν όλο κι όλο ό,τι γνωρίζαμε και είχαμε δει με τα μάτια μας από διεθνές «football».
Στις 22 Μαρτίου 1972 ήταν η ρεβάνς του αγώνα στο Χάιμπουρυ. Τηλεοράσεις είχαν τότε μόνο τα καφενεία και ελάχιστα σπίτια. Δυνατότητα «κοινωνικής επίσκεψης» αυτή τη φορά δεν υπήρχε. Οπότε μόνο σε καφενείο θα μπορούσα να δω τον αγώνα. Απαγορευόταν αυστηρώς, όμως, το συχνάζειν των μαθητών στα καφενεία!  – επαρχία, χούντα... Στην Οδό Δερβενακίων 34 ήταν το σπίτι μας. Ανεβαίναμε επάνω, στον όροφο, από μια εσωτερική σκάλα που ήταν παραλλήλως κολλητή με την εσωτερική σκάλα του διπλανού σπιτιού που ανήκε στην οικογένεια Πέππα, στην ιδιοκτησία της οποίας ήταν και το αμέσως κολλητό καφενείο. Βράδυ, ψοφόκρυο με χιονόνερο. Με κολλημένη τη φάτσα μου εγώ στο θολό τζάμι του καφενείου προσπαθούσα να δω μέσα σε σύννεφα καπνού τσιγάρων από μέσα και να διακρίνω από το δρόμο, απ’ έξω, τι «παιζόταν» στην ασπρόμαυρη οθόνη. Δηλαδή δεν έβλεπα – κι ωστόσο απολάμβανα! Πανηγύρισα σαν τρελός το –όπως πληροφορήθηκα την άλλη μέρα από το «Φως των Σπορ»– αυτογκόλ του Γκρέιαμ· είχα την εντύπωση ότι το είχε βάλει ο Πητ Κάιζερ. Σημασία είχε ότι είχε μπει, είχε νικήσει Άγιαξ, κι εγώ ήμουν ήδη (και παραμένω) Άγιαξ.
Στις 31 Μαΐου 1972 γινόταν ο τελικός του κυπέλλου Πρωταθλητριών στο στάδιο Ντε Κάιπ του Ρότερνταμ μεταξύ του Άγιαξ και της  Ίντερ. Άνοιξη στο φόρτε της, στις παρυφές του θέρους, αλλά εγώ ήμουν στο κρεβάτι άρρωστος με παρωτίτιδα, κοινώς «μαγουλάδες». Απαγορευόταν και να ξεμυτίσω από το σπίτι. Κατέβηκα στην εσωτερική σκάλα του σπιτιού μας, έστησα αφτί και (παρά τη μεσολάβηση της εσωτερικής σκάλας του σπιτιού του Πέππα) παρακολούθησα «εξ ακοής» όλον τον αγώνα. Από τις φωνές των καφενειακών θαμώνων κατάλαβα πότε μπήκαν και τα δύο γκολ – αμφότερα στο δεύτερο ημίχρονο. Ο πατέρας μου μού είπε, μετά το τέλος του αγώνα, ότι τα είχε επιτύχει ο Γιόχαν Κρόιφ.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 το είδαμε στο σπίτι μας, στη δική μας τηλεόραση. Δεν έχασα ούτε δευτερόλεπτο. Ήμασταν δε οικογενειακώς με την Εθνική Ολλανδίας και λατρεύαμε το «totaalvoetbal», το «ολοκληρωμένο ποδόσφαιρο» που έπαιζε η ομαδάρα του Ρίνους Μίχελς, η «Οράνιε», η πορτοκαλιά ομάδα της Οράγγης. Η ήττα «μας» από τη Γερμανία στον τελικό ήταν κάτι σαν «οικογενειακό πένθος». Σήμερα μπορώ να πω ότι εκείνος ο τελικός δεν ήταν ακριβώς η δύση της ολλανδικής κυριαρχίας (που είχε ξεκινήσει με τη Φέγενοορντ και τον Άγιαξ και είχε κορυφωθεί με την Εθνική Ολλανδίας), αλλά η ανατολή της «πραγματιστικής» Μπάγερν, που κυριαρχεί μέχρι σήμερα «γερμανικά, και σε όποιον αρέσει».
Φλας μπακ. Στους Μολάους Λακωνίας, στη γενέτειρά μου. Κάποιος θείος ενός συμμαθητή μου, ο «μπαρμπα-Σπύρος», μετανάστης από το ’35 στην Αργεντινή (την οποία, σημειωτέον, έλεγε «Αργεντίνη»), είχε επιστρέψει  το 1965 στην πατρίδα και μου είχε χαρίσει ένα κύπελλο, για να πίνω το γάλα μου, με «τυπωμένα» επάνω του το έμβλημα της Αργεντινής και το σήμα της Μπόκα Τζούνιορς. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Οι διηγήσεις του, δηλαδή το φούσκωμα των διηγήσεων του «μπαρμπα-Σπύρου» μέσα στους ηθμούς της φαντασίας μου με είχαν κάνει να υποστηρίζω την «Αργεντίνη» και τη Μπόκα Τζούνιορς. Τα ονόματα Ρόμα, Μαρσολίνι, Ραττίν και Ρόχας ήταν στο ενεργό μου λεξιλόγιο. Πολλά χρόνια αργότερα διάβασα την ιστορία τους και έμαθα τι παιχταράδες ήσαν και αυτοί και κάποιοι άλλοι – «φίλοι» και «αντίπαλοι».
Επανασύνδεση με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Επειδή ο νέος έρωτας (όταν, μάλιστα, τον βλέπεις με τα μάτια σου) νικάει την οποιαδήποτε φαντασίωση, στις 24 Ιουνίου 1974 δεν με πείραξε καθόλου που οι Κρόιφ, Κρολ, Ρεπ και εκ νέου Κρόιφ «μας» έβαλαν τέσσερα γκολ σε εκείνο το υπό ραγδαίαν βροχήν παιχνίδι-παράσταση μπαλέτου στο Γκελζενκίρχεν.  Έχω την ακράδαντη γνώμη ότι εκείνη ήταν η κορυφαία επίδειξη του totaalvoetbal.  Όταν, όμως, άρχισαν ιδίως από το 1975 και μετά να κυριαρχούν οι Γερμανοί (και ο επί τρεις συνεχείς φορές πρωταθλητής Ευρώπης Άγιαξ είχε ήδη από τις 7 Νοεμβρίου 1973 αποκλειστεί από την ΤΣΣΚΑ Σόφιας) «ξαναθυμήθηκα» χωρίς καν ενοχές τον παλιό μου έρωτα για την αργεντίνικη Μπλανκοσελέστε.
Αλλά τιμωρήθηκα γι’ αυτό το 1978. Τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μονουμεντάλ του Μπουένος  Άιρες. «Ποιόν υποστηρίζουμε, Γιώργη;» – έλεγα στον εαυτό μου. Τη μια απαντούσα «Οράνιε», την άλλη απαντούσα «Μπλανκοσελέστε». Όταν ξεκίνησε ο αγώνας και είδα στο εκράν τής –έγχρωμης τώρα πια– τηλεόρασης τον άθλιο δικτάτορα Βιδέλα, είπα αποφασιστικά «Ολλανδία». Δεν θα πω πολλά, αλλά έπιανα τον εαυτό μου κάθε δυο λεπτά να παρακαλάει να μη βάλει καμία ομάδα γκολ, λες κι έτσι θα σωζόμουν από το μαρτύριο που βίωνα. Είχα μεγαλώσει, όμως, πια και τα τρυφερά λεγόμενα χρόνια της ζωής μου ήσαν πίσω, δούλευε δε και η εκλογίκευση των πραγμάτων – συνελόντι ειπείν και τέλος πάντων στενοχωρήθηκα πολύ που «ηττηθήκαμε» με 3-1.
Ναι, μπορώ να το πω άφοβα τώρα: είμαι και Αργεντινή και Ολλανδία πια, και αγαπώ το ποδόσφαιρο, όταν είναι ποδόσφαιρο. Αντιπάθησα το ιταλικό κατενάτσιο και λάτρεψα το ολλανδικό totaalvoetbal, κάτι που δεν είναι τίποτε άλλο παρά κατενάτσιο με πρώτη αμυντική γραμμή στην μεγάλη περιοχή του αντιπάλου – παναπεί η πιο σκληρή μορφή και η πιο ευφυής εκδοχή που μπορεί να πάρει αυτή η επινόηση του Ελένιο Ερρέρα (τυχαίο ότι ήταν αργεντινός;…) που είχε οδηγήσει τις ιταλικές ομάδες στο λεγόμενο «αντι-ποδόσφαιρο». Στα μυαλά και στα πόδια των ολλανδών μαϊστόρων το αντιποδόσφαιρο ξανάγινε θεαματικό ποδόσφαιρο. Εξ άλλου οι Ολλανδοί πάντοτε διακρίνονταν στις τέχνες, στη φιλοσοφία και στον πρακτικό επιχειρηματικό νου…
Οι ολλανδοί ποδοσφαιριστές ήσαν/είναι άλλης ποιότητας παίκτες. Ξέρουν να μιλάνε κανονικά, δεν χρησιμοποιούν στερεότυπα, χαρακτηρίζονται από άνετη κοινωνική και γηπεδική συμπεριφορά. Γνωρίζουν και θέλουν να διεκδικούν το άριστο, το μέγιστο. Έτσι είναι και το ποδόσφαιρο που παίζουν: άλλης ποιότητας!
Αυτή την άλλη ποιότητα τη βρήκα σε κάθε σελίδα του ανά χείρας βιβλίου. Κι έχω την αίσθηση ότι ο Ντέιβιντ Γουίνερ είναι σαν  –ας μην παρεξηγηθεί αυτό που θα γράψω– να μου έκλεψε ένα σμάρι ιδέες. Γράφει βιωματικά για την επανάσταση του ολοκληρωμένου ποδοσφαίρου, για μιαν επανάσταση χρώματος πορτοκαλί, όπως την έχω βιώσει κι εγώ τόσα χρόνια που παρακολουθώ τον Άγιαξ, την Εθνική Ολλανδίας, αλλά και τις άλλες ομάδες του ολλανδικού πρωταθλήματος, όπως και το ποδόσφαιρο σε όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και ας μου συγχωρηθεί αυτός ο εντελώς «βιωματικού χαρακτήρα» πρόλογος. Κάπως έτσι πρέπει και ο συγγραφέας να προσέγγισε το «ολλανδικό θαύμα» με τους Έρασμους και τους Σπινόζες, με τους Ρέμπραντ και τους Μόντριαν της μπάλας, της στρογγυλής θεάς που τη λατρεύουν εκατομμύρια κι εκατομμύρια πιστοί. Κι έτσι –με γνώση σίγουρα, αλλά με γνώση βαφτισμένη στα ύδατα του βιώματος– μετέφρασε και ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος το πόνημα αυτό, που είναι κατάθεση λόγου μιας αγαπητικής και εφ’ όρου ζωής σχέσης. Αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, στην ουσία (ό,τι και αν κάνεις) δεν το κάνεις. Και στον Χρίστο Χαραλαμπόπουλο οφείλουμε χάριτες για την αγάπη που καταθέτει σε ό,τι κάνει τόσα χρόνια και μας δίνει την ευκαιρία να χαρούμε τη χαρά του.
 Ας μου επιτραπεί, κλείνοντας, μια κουβέντα ακόμα. Ξέρω ότι κανονικά αυτά που έγραψα ώς εδώ δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ξέρω, όμως, και κάτι άλλο: όταν είναι να μιλήσεις/γράψεις για (το) ποδόσφαιρο, μόνο έτσι, μόνο βιωματικά, με μόνο οδηγό σου το βίωμα μπορείς να αρθρώσεις λόγο, αν δεν θέλεις να κάνεις απλό «ρεπορτάζ» – αυτό κι αν δεν ενδιαφέρει κανέναν… Άλλα πράγματα, αλλά με τον ίδιο τρόπο θα έγραφε και οποιοσδήποτε άλλος «αγαπών την ευπρέπειαν του αθλήματος». Δεν γίνεται διαφορετικά. Οι ατομικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντι σε κάτι μεγαλειώδες, όπως είναι το ολλανδικό ποδόσφαιρο, καθορίζουν (η καθεμιά χωριστά) την αμύθητη αξία του αριστουργήματος. «Αμύθητο» στα ελληνικά σημαίνει «αυτό που δεν μπορούν να το πουν όλοι μαζί». Γι’ αυτό και ο καθένας μας το λέει χωριστά, με τον τρόπο του. Το όλον μοιάζει να είναι σαν «ασκήσεις ύφους» ή «παραλλαγές» πάνω σε εκ των προτέρων καθορισμένο θέμα. Κι εδώ μου έρχονται στον νου, ο Γιοχάννες Μπραμς, ο Ραιημόν Κενώ, ο Γιόχαν Κρόιφ και άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες.

Γιώργος Κεντρωτής
Κέρκυρα, 23 Σεπτεμβρίου 2018



22.10.13

ΒΙΒΛΙΟ


Βγάλαμε ποιητική συλλογή -είναι η τέταρτη στη σειρά- με τάνγκο, δικά μου και μεταφρασμένα. Έχει και ολυμπιακό ενδιαφέρον, καθόσον που και που αναφέρεται ο Θρύλος και το λιμάνι του Πειραιά.

20.4.12

ΤΡΙΠΛΕΤΤΑ ΘΡΥΛΟΥ


Ο μπλογκάρχης μαζί με τον Νίκο Μαυρωνά και τον Θεόδωρο Α. Πέππα, υπογράφοντας ως ΤΡΙΠΛΕΤΤΑ ΘΡΥΛΟΥ, βγάλαμε ένα βιβλιαράκι με ερωταπαντήσεις (εύκολες, δύσκολες, πολύ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες και σχεδόν απίθανες στο να απαντηθούν) για όσους Γαύρους θέλουν να δοκιμαστούν στην ολυμπιακογνωσία και στη θρυλοφροσύνη.


Από τις γαύρικες Εκδόσεις ΔΙΑΥΛΟΣ του σύγγαυρου Μανόλη Δεληγιαννάκη, εννοείται!

3.1.12

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ



ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ επιγράφεται το τρίτο συλλογικό έργο των ΘΚΕ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη. Έχω γράψει / μεταφράσει κι εγώ ένα κείμενο για το πώς έβλεπε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι τη σχέση γλώσσας και ποδοσφαίρου. Στις 23 Ιανουαρίου 2012 γίνεται η επίσημη παρουσίαση του στην ιστορική λέσχη του Ολυμπιακού Συνδέσμου Φιλάθλων Πειραιώς.

13.4.10

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΥΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ


Τίτλος: Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

Συγγραφέας: ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ


Σωτήρης Αθανασέλης
Ζήσης Δέσπος
Διονύσης Ελευθεράτος
Δημήτρης Καλτσώνης
Νίκος Καραγιάννης
Βασίλης Καρδάσης
Γιώργος Κεντρωτής
Παναγιώτης Μαχαίρας
Ηλίας Μπαζίνας
Γιάννης Πανούσης
Ζέτα Παπαδοπούλου - Νταϊφώτη
Χρήστος Πιπίνης
Γιώργος Ρούσης
Θανάσης Σκρουμπέλος

12.10.09

ΜΑΡΤΟΝ ΜΠΟΥΚΟΒΙ



Τον πολυγραφότατο Θανάση Σκρουμπέλο τον γνωρίζω μόνο από τα έργα του. Με τον Χρήστο Πιπίνη και τον Ηλία Μπαζίνα είμαι φίλος. Το βιβλίο, που -ο καθένας από το δικό του πόστο- υπογράφουν, ενδιαφέρει όλους τους ολυμπιακούς. Μιλάει για τον θρυλικό Μάρτον Μπούκοβι. Για το πώς ήρθε στον Θρύλο και γιατί έφυγε. Έμαθα ότι από την προσεχή Τετάρτη θα πουλιέται στα βιβλιοπωλεία. Δεν πρέπει απλώς να διαβαστεί. Πρέπει να μελετηθεί. Και τα τρία ονόματα είναι εγγυήσεις. Προσωπικξώς εκφράζω χίλια ευχαριστώ στους δημιουργούς του. Πάντα τέτοια, σύγγαυροι.