12.8.09

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ


Γ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ


ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ


Εδώ όσο είμαι ξαπλωμένος στο βαπόρι
με τον καλό καιρό, την όμορφη λιακάδα,
μπορώ να κάνω στίχους πάλι για μια κόρη
όπως τη θέλω ή και για μέρη που δεν τά ’δα.

Μα εγώ θα γράψω γι’ άλλο, αρέσει δεν αρέσει:
για δυό μικρά και μια γυναίκα φουκαριάρα
που τους εβρήκα, θέμα απείραχτο, στη μέση
του δρόμου να δειπνούν, σιμά σε κάτι κάρα.

Δώθε απ’ τα μεγάλα που ξεφώνιζαν καράβια,
μες στους χαμάληδες που διάβαιναν δρομαία,
αυτά πεσμένα με τα μούτρα σαν κουτάβια
έτρωγαν πεπονόφλουδες στην προκυμαία.

Μιά υπαίθρια φαμίλια με τόσο ντόπιο χρώμα!
Η όψη η στεγνή κεινής φαινόταν καπνισμένη,
και τα παιδιά της είχαν τέτοια λέρα, τέτοια βρώμα,
που κάλλιο εκεί στα ρούχα και στα πόδια τους ας μένει.

Αφού για να τα πάρει στον παραδεισό του
δεν βρίσκουν καταδεχτικό Θεό στα ουράνια,
φύλαξ’ τα εσύ, θροφή του δρόμου, ωσότου
φτάσουν οι Κόκκινοι, να γλύτωνε κι η όρφάνια!



Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Νέα Επιθεώρηση», περίοδος Β΄, αριθμ. 10 (25), Μάρτης-Απρίλης 1934, σελ. 321.

2 σχόλια:

Φυρί-φυρί είπε...

Μοναδικό καλωσόρισμα με ένα σπουδαίο ποίημα. Να` σαι καλά Γεώργιε. Καλό και δημιουργικό χειμώνα με νίκες παντού. Επίτρεψε μου να σου σοτείλω ένα ¨συντεχνιακό¨ ποίημα του Στέλιου Γεράνη. Να` μαστε πάντα καλά. «ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΖΩΝΗ» ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ζούμε στην περιοχή της «Ελευθέρας Ζώνης» και δεν έχουμε ούτε ένα ελεύθερο όνειρο. Είμαστε οι ευλύγιστοι κρίκοι μιας τεράστιας αλυσίδα που φέρνει κύκλο το λιμάνι. Εκείνοι που κινούν την αλυσίδα, λαδώνουν τα εξαρτήματα για να μην τρίζουν οι αρμοί κι ακούγεται το βογκητό με τον ξερό μας βήχα. Πρωί-πρωί ανοίγουμε το παράθυρο του σπιτιού μας, διπλώνουμε κάτω από το προσκέφαλο το χθεσινό μας δάκρυ, για να μην το πικράνει ο πρώτος λόγος της αυγής και ξεκινάμε με τον χιτώνα της υπομονής για την κλειστή θάλασσα. Η «Ελευθέρα Ζώνη» μας περιμένει, η «Ελευθέρα Ζώνη» μας δέχεται φορτωμένους διασαφήσεις, μας καλημερίζει με ματωμένες σάλπιγγες. Τα φορτηγά ξεφορτώνουν σίδερα, μηχανές και καυτό ιδρώτα κι εμείς μάταια πασχίζουμε να ξεφορτώσουμε τον πόνο μας. Νομίζουμε πως κυκλοφορούμε ελεύθερα στην παραλία, επειδή μας έβαλαν στην τσέπη ένα «πάσο» και κράτησαν τη φωτογραφία μας στον Οργανισμό Λιμένος και οι αποβάθρες μας περικυκλώνουν και μας κλειδώνει τις καρδιές η κλειστή θάλασσα. Στην περιοχή της «Ελευθέρας Ζώνης» όλα τα πράγματα έχουν αξία εκτός απ` τις καρδιές μας, όλα τα πράγματα προσεύχονται εκτός από τον άνθρωπο. Σήμερα το πρωί, θα μπω ελεύθερα στην «Ελευθέρα Ζώνη», θα γλιστρήσω πίσω απ` τις πλάτες του λιμενοφύλακα και θα ξαπλώσω στον ίσκιο ενός υπόστεγου για να συντάξω τη διασάφηση της καρδίας μου. Συνάδελφοι, τούτο το φθινοπωρινό πρωινό θα γίνω ο εκτελωνιστής της αγωνίας σας. Θα μεταφορτώσω στο άπειρο τον πόνο σας χωρίς «συνοδεία». Θ` απλώσω τον ιδρώτα σας στο κατάστρωμα του φορτηγού που ετοιμάζεται να σαλπάρει για τις ανοιχτές θάλασσας. Εσύ, κ. Τελώνα, που καραδοκείς με το μολύβι στο χέρι, δε θα μονογράψεις τη διασάφηση της καρδιάς μας, δε θα βάλεις άλλη «προσαύξηση» στον πόνο μας, γιατί ο δικός μας πόνος δε μετριέται με δασμολόγια, δεν έχει «τιμολογιακή αξία», θα` σουν ικανός να στείλεις δείγμα στο χημείο για να βρεις σε ποια δασμολογική κλάση ανήκει το αίμα που κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες μας. (Αφήνετε να μας διαφεντεύει ο πόνος χωρίς άδειες και διατυπώσεις και για τη μικρούλα χαρά μας, βγάζετε χίλιες δυό απαγορευτικές διαταγές και πλήθος υπουργικές αποφάσεις). Ε, αρχιεργάτη, μάζεψε το τσούρμο σου και βάλε πόστα απ` την αυγή. Σήμερα έχουμε πολύ δουλειά, σήμερα μεταφορτώνουμε τον πόνο μας. Φώναξε τους γερανούς, γιατί το φορτίο μας είναι βαρύ και δεν ανήκει σε καμιά «περίπτωση». Καπετάνιε με το λεβέντικο μουστάκι, ηλιοψημένε θαλασσόλυκε απ` τη Μαρσίλια, βρες μια ήσυχη γωνιά μες στο καράβι σου και βάλε τις καρδιές μας και δόσμου τη φορτωτική για να την στείλω με τη θάλασσα, για να την ταξιδέψω με τον άνεμο. Βάλε πλώρη, καπετάνιε μου, για την καινούργια γη που δεν υπάρχει μες τον χάρτη σου, που δεν έχει «Ελεύθερες Ζώνες» και κλειδωμένες θάλασσες. Στέλιος Γεράνης - εκτελωνιστής

Γιωργος Κεντρωτης είπε...

@ Χρήστος Ψιτ.: Ευχαριστώ πολύ. Σύντομα θα κρεμάσω κι εγώ κάτι του Στέλιου Γεράνη. Νά 'μαστε καλά.