13.9.16

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΑ ΠΡΟΧΤΕΣ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΖΩΤΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΑ, α΄

Ο ουρανός πεσμένος
   λίγο πιο κάτω απ’ τις κορφές των λόφων.
Ολόγυρα αγέρωχα βουνά τ’ απίστομα
   στου νερού το γειτόνεμα.

Η Πολιτεία
με το παλιό ρολόι στην ώρα του
οικόσημα Δωριέων και Μολοσσών
τόξα καμάρες και της ψυχής η πέτρα
να σου γραπώνει το μάτι –
μπακίρια να βομβούν
        χορεύοντας
            γύφτοι οργανοπαίχτες άνεμοι
νερά κρουστά υποχθόνια
χιλιοειπωμένες λέξεις δυσκολοπρόφερτες.

Βρέχει μεθυστικά· κι είναι τόσο ωραία
η θλίψη τεταμένη μέσα μου.
Άγριες με κυνηγάνε τριανταφυλλιές
και τα αρώματα φτάνουν λυτρωτικά
εδώ που ανέτειλε με κινήσεις
   νωχελικές ανατολίτικες
   Σελήνη μισοφέγγαρη αμφίστομη
φορτωμένη εικονίσματα ανεξάλειπτα
   εύσκια πολλά δισκοπότηρα
και σώπασαν οι χαριτωμένες βρύσες
   και οι οιμωγές.

Τα χρυσοχοεία τα πλημμύριζε γαλήνη
ωραιοσύνη που κατέβαζε ο αέρας της Πίνδου
παιδιά κι εγγόνια της πίκρας λιθόκτιστα
με ρέμβη ψυχής και απολεσθέντα χειρόγραφα.

Μνήμη μελωδική. Παραμυθένια λήθη.

Λάμιες τρίβουν βασιλικό στα χέρια τους
υφαίνουν μοιρολόι σιγανό
αντάρα βαμβακερή χνούδι των άστρων.

Το ασήμι νήμα γίνεται ακάνθινο βραχιόλι.

Και το Μιτσικέλι αντιμετώπον
—ρόδο σωριασμένο στον ουρανό—
γεράκια να φέρνει που αενάως κωπηλατούν
και ακοίμητα ακινητούν στον χρυσάνθεμο άνεμο.


Από το βιβλίο: Απόστολος Ζώτος, «Αμύθητα χέρια», Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα1999, σελ. 24-25.




Δεν υπάρχουν σχόλια: