Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.1.21

ΡΙΒΑΛΝΤΟ


 

ΡΙΒΑΛΝΤΟ

 

«Δεν την έκανα την χειρονομία για τον κόσμο του Ολυμπιακού αλλά για κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Ήταν λάθος αυτό που έκανα και ξέρω ότι δυσαρέστησα πολύ κόσμο. Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω δεν θα το ξαναέκανα. Άλλωστε, δεν το έχω ξανακάνει στην καριέρα μου. Θέλω να ζητήσω ειλικρινά συγγνώμη για την κίνηση αυτή. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Λυπάμαι πολύ... Ναι, είμαι οπαδός του Ολυμπιακού. Αυτό που λέω τώρα το έλεγα πάντα. Οι οπαδοί του Ολυμπιακού είναι οι καλύτεροι που συνάντησα στην καριέρα μου. Πουθενά δεν βρήκα οπαδούς σαν αυτούς. Ούτε στη Μπαρτσελόνα, ούτε στη Μίλαν. Έχω δεθεί πολύ μαζί τους και είναι ο λόγος που είμαι Ολυμπιακός. Σέβομαι την ΑΕΚ στην οποία έπαιξα, αλλά η καρδιά μου… λέει Ολυμπιακός».

 

Στον αγαπητό μου Ρίμπο θα ήθελα να πω (αν μπορούσα να του μιλήσω), ότι η απρέπειά του ήταν άλλη, όχι τα τέσσερα δάχτυλα. Εγώ προσωπικά για τα δάχτυλα δεν έχω να του καταλογίσω τίποτα. Μας νίκησε ως αντίπαλος και μας το έδειξε. Τα έχει αυτά το ποδόσφαιρο από την πρώτη ημέρα που υπήρξε. Η απρέπεια του Ρίμπο ήταν τα λόγια του: «Τώρα κατάλαβα πώς έπαιρνε συνέχεια τους τίτλους ο Ολυμπιακός», εννοώντας βεβαίως και τους τίτλους που κατέκτησε με τον ίδιο τον Ρίμπο στη σύνθεσή του. Αυτό έχει μείνει. Και εδώ δεν χωράει συγγνώμη – που ούτως ή άλλως δεν μας τη ζήτησε. Εννοείται ότι ως προς αυτό που ζητάει συγγνώμη τού τη δίνουμε, αν και –όπως έγραψα– δεν χρειάζεται καν: η ένταση του αγώνα και η χαρά της νίκης συγχωρούν σχεδόν τα πάντα. Και εννοείται ότι χαίρομαι που δηλώνει οπαδός του Ολυμπιακού τώρα και για πάντα. Υπήρξε μέγιστος ποδοσφαιριστής – όποιος το αμφισβητεί είναι άσχετος με το σπορ. Έχει γράψει ιστορία στον Ολυμπιακό – αυτό δεν «ξεγράφεται» ούτε από τον ίδιον, ακόμα και αν το ήθελε. Δεν θα πάω πολύ πίσω – φέρ’ ειπείν ο Πάντος, ο Φουστέρ, ο Ζιοβάνι, ο Καρεμπέ, ο Τσόρι είναι με το σπαθί τους ακλόνητοι στην ερυθρόλευκη καρδιά μας. Γι’ αυτό και λέω: καλή «η «συγγνώμη», αλλά... – τέλος πάντων, του εύχομαι γαυρικώς να είναι πάντα καλά! Και με το καλό ν’ ανταμώσουμε στο Καραϊσκάκη το συντομότερο δυνατόν.

 

1.9.20

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ


ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
 
Το βιβλίο του Γκάμπριελ Κουν "Ποδόσφαιρο εναντίον Κράτους" (Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020), που μετέφρασε ο παλιός μου μαθητής Βαγγέλης Τσίρμπας και που έχω γράψει το ακόλουθο ο προλογικό σημείωμα:
 
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
 
Ο αναγνώστης κρατάει στα χέρια του ένα βιβλίο που λέει μια βαθιά αλήθεια για τον χαρακτήρα του ποδοσφαίρου. Είναι γνωστό πια, ιδίως στα χρόνια της απόλυτης σχετικοκρατίας (που βολεύει όλους εκείνους που έχουν τουλάχιστον ένα «πάνω χέρι»), ότι δεν υπάρχει «η» αλήθεια, αλλά αυτό που ο καθένας βλέπει ή θεωρεί ως αλήθεια. Και έρχονται και κάποιοι «έξυπνοι» και προσθέτουν ότι τη μοναδική αλήθεια δεν την διεκδικούν «πια» ούτε οι φυσικοί νόμοι, και ότι μόνο μια θρησκευτική και εξ αποκαλύψεως αντίληψη του κόσμου προσφέρεται ως υποδοχέας μοναδικών και απαρασαλεύτων αληθειών. Εν τάξει, ίσως τράβηξαν αρκετά σε μάκρος τούτες οι πρώτες αράδες. Γι’ αυτό και θα το διατυπώσω με βραχύτητα: η αρχετυπική αλήθεια του ποδοσφαίρου έγκειται στη λαϊκότητα και στην ομαδικότητά του. Οι δύο όροι μάλιστα συνδέονται ακατάλυτα την ιστορική στιγμή της γέννησης του σπορ – αργότερα, δια των ποικίλων ερμηνειών που δέχτηκαν, έφτασαν να έχουν μεν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον, αλλά να εξακολουθεί υφιστάμενος ακόμα ένας κάποιος οσοδήποτε χαλαρός δεσμός μεταξύ τους. Να τολμήσω να το πω: όπως θυμόμαστε αμυδρά και τρόπον τινά φολκλορικά διάφορα έθιμα «χαμένα» ή «ξεχασμένα» (τρόπος του λέγειν, αφού τα θυμόμαστε και τα τηρούμε όπως τα τηρούμε), έτσι, με «παραδοσιακό» ήθος, διατηρείται ο δεσμός της λαϊκότητας με την ομαδικότητα του ποδοσφαίρου. Κι έτσι όπως έχουν έλθει πια τα πράγματα, πάνω σε τούτο τον δεσμό πρέπει να χτιστεί ό,τι είναι να χτιστεί στο μέλλον για το ποδόσφαιρο υπέρ του ποδοσφαίρου και των ανθρώπων που το λατρεύουν.
Εξηγούμαι: Η μεν λαϊκότητα είναι πια σχεδόν αποκλειστικά οπαδισμός, η δε ομαδικότητα είναι condition sine qua non, παναπεί όρος απαραίτητος για τον εγγενή χαρακτήρα του σπορ που λέγεται ποδόσφαιρο. Στην αρχή της προηγούμενης περιόδου έγραψα «είναι πια»· θα μπορούσα (μάλλον: θα έπρεπε) να έγραφα «έχει καταντήσει», χωρίς να έχω καμία πρόθεση να δειχθώ απαξιωτικός. Ο ρους των εξελίξεων, η φορά των πραγμάτων, οι συνήθειες των ανθρώπων και πάμπολλα τέτοια γενικευτικά στερεότυπα, που έχουν γίνει επίκτητη συνείδηση των ασχολουμένων με τα σπορ, αποδεικνύονται παράγοντες ισχυρότατοι στο να έχουν συσκοτίσει (αν όχι και τελείως διαστρεβλώσει) την αρχετυπική αλήθεια του ποδοσφαίρου. Γιατί –ερωτώ– τι σχέση έχει το σημερινό ποδόσφαιρο της FIFA με το ιστορικό ποδόσφαιρο των εγγλέζικων Midlands ή των βραζιλιάνικων φαβελών και των απανταχού της γης αλανών;
Λατρεύω το ποδόσφαιρο τόσο, όσο και ο συγγραφέας του βιβλίου, και μου έχει μείνει μια κάποια πίκρα που, ενώ «ήξερα καλή μπάλα» και ήμουν και «γκολτζής», δεν κατάφερα να παίξω σε αναγνωρισμένη ομάδα. Και βέβαια υποστηρίζω την ομάδα μου στην Ελλάδα, και μερικές ομάδες σε άλλες χώρες – όπως και αντιπαθώ κάποιες ομάδες στην Ελλάδα και το ίδιο ακριβώς και σε άλλες χώρες. Αυτά είναι κανονικά πράγματα. Οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες τις πιο πολλές φορές, αν όχι πάντα, είναι μεν τυχαίες, αλλά από τη στιγμή που θα γίνει η κρίσιμη επιλογή, τότε όλες οι άλλες επιλογές είναι ακράδαντα λογικές. Το ποιος θέλω εγώ να νικάει εκείνον που θέλω εγώ να χάνει είναι ίσως ό,τι πιο καθαρό μας έχει απομείνει από την αρχέγονη σύλληψη του football στα χωράφια της Αγγλίας. Μόνο που εκείνο το «εγώ» εντασσόταν τότε υποχρεωτικά σ’ ένα υπέρτερο «εμείς», επειδή η αντίληψη για το άθλημα ήταν ταξική και μόνο ταξική: με ποιους συμπαρατάσσομαι εναντίον ποιών. Τόσο απλά. Αλλά τότε, in the very beginning, υπήρχε και κάτι απλούστερο: η αντίληψη ότι εμείς παίζουμε ένα παιχνίδι που δεν το παίξουν οι άλλοι, αυτοί που παίζουν, φέρ’ ειπείν, cricket ή ό,τι άλλο. Αυτές οι δύο βαθμίδες της ταξικότητας του ποδοσφαίρου οδηγούν οπωσδήποτε –σαν να είναι πορεία σε μονόδρομο– το «εγώ» στο «εμείς»: ποδόσφαιρο δεν υφίσταται χωρίς «ομάδα» (οργανωμένο σύνολο με βάση κανόνες σεβαστούς από όλους) και χωρίς «αντίπαλο», ο οποίος συνιστά ομοίως οργανωμένο σύνολο με βάση κανόνες σεβαστούς από όλους τους παίκτες του. Δεν υπάρχουν ατομικές επιδόσεις ανεξάρτητες από την ομάδα. Επ’ αυτού κρίνω ότι δεν χρειάζονται περισσότερα. Η καθέκαστον ατομική ικανότητα συντήκεται στο καμίνι της ομάδας.
Η σχέση του κόσμου (διάβαζε: του λαού) με το ποδόσφαιρο, είναι σχέση αγαπητική. Τον όρο αυτό, που θυμίζει έντονα θρησκευτική ορολογία, τον διάλεξα επίτηδες. Όπως οι ιστορικές χριστιανικές αγάπες ήσαν η αποτύπωση του κοινοτικού βίου και της συνεργατικότητας, έτσι και η οπαδική αφοσίωσή μας στην ομάδα μας είναι μια αταβιστική επιβίωση της υπεροχής του «ομού» επί του «χωριστά». Από το «ομού», εξ άλλου, προέκυψαν η ομιλία και οι όμιλοι: ο έναρθρος λόγος και ο χώρος διαλόγου αντίστοιχα. Clubs, ήτοι όμιλοι, είναι ιστορικώς όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Κάτι σαν τους ομίλους είναι –απλώς χάριν της διαφοράς στην ονοματοδοσία– και οι σύνδεσμοι, οι ενώσεις, τα σωματεία… Οι σύλλογοι: εκείνη η κοινότητα όπου ενώνονται οι λόγοι! Όπως και αν λέγονταν ή λέγονται τα μορφώματα αυτά σημαίνουν τούτο το ένα: διάφοροι όμοιοι ως προς την ταξική προέλευση και τα ενδιαφέροντα (που η λέξη interests στην αγγλική γλώσσα σημαίνει και τα συμφέροντα) συνενώνονται, οργανώνονται, συνεργάζονται υπηρετώντας από κοινού (in common) αρχές, αλλά και σκοπούς εξ αρχής συμφωνημένους. Υπενθυμίζω, όλως ίσως εκ περισσού, ότι η λέξη σκοπός στα αγγλικά λέγεται goal. Το ενδιαφέρον/συμφέρον της ομάδας είναι να πετύχει γκολ,… περισσότερα γκολ από όσα θα δεχθεί,… όσα γκολ χρειάζεται για να νικήσει την αντίπαλη ομάδα.
Ο «κομμουνιστικός» πρωταρχικός χαρακτήρας του ποδοσφαίρου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παραδεκτώς. Και μπορεί να έγραψα ήδη παραπάνω «αρχές» και «εξ αρχής» και «πρωταρχικός», αλλά το ποδόσφαιρο ως επιθυμία για παιχνίδι είναι «αναρχικό», καθώς και ο αναρχισμός στον πυρήνα του είναι πρωτίστως απλή επιθυμία: μια επιθυμία συλλογικής δράσης, στο πλαίσιο της οποίας οι άνθρωποι απολαμβάνουν την κοινοτική συνυπάρξή τους στη βάση της ισότητας και της εξυπηρέτησης του τεθέντος goal. Παρατηρεί ο συγγραφέας ότι «εδώ μπορεί να ξεκινήσει ή τουλάχιστον να αναπτυχθεί η αναρχία. Όταν η ιδέα της αυτοοργάνωσης γίνεται σαφής με τον τρόπο που επιτυγχάνεται ένα γκολ ή με τον τρόπο που προπονείται μία ομάδα, ο αναρχισμός δεν φαίνεται μεγάλο κατόρθωμα. Η συνένωση του ποδοσφαίρου και του αναρχισμού είναι κάτι φυσικό, συμβιωτικό».
Είναι όμορφη η εικόνα αυτή, πλην όμως είναι πια και αυτή ένα goal, που πρέπει να τεθεί και να επιτευχθεί. Είναι πόθος για επανάκτηση εκείνου του ήταν κάποτε και δεν υπάρχει πια. Το ποδόσφαιρο έχει «χαλάσει», έχει «αλλοιωθεί». Εξακολουθεί μεν να έχει ταξικό χαρακτήρα, αλλά οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: ελέγχεται πια από εκείνους, των οποίων τα «παιχνίδια» αντιστρατευόταν στο ξεκίνημά του. Έχει γίνει παράγοντας της οικονομίας, της παγκόσμιας οικονομίας, όπως την έχει διαμορφώσει ο πανταχού κυριαρχών καπιταλισμός. Η λαϊκότητά του έχει γίνει, όπως γράψαμε και στην αρχή, οπαδισμός, όπου ο οπαδός τις περισσότερες φορές είναι αθώο άθυρμα στα χέρια του ισχυρού οικονομικού παράγοντα, κανονικός στρατός. Βεβαίως υπάρχουν και οι «πονηροί» οπαδοί: αυτοί που συνειδητά διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο του πληρωμένου ατζέντη των ισχυρών οικονομικών παραγόντων, το ρόλο του επιλοχία, του λοχαγού, του στρατηγού.
Γνωστά πράγματα γράφω. Το ποδόσφαιρο έχει πάρει άλλο δρόμο, αντίθετον από εκείνον που ακολουθούσε στην αρχή. Με τα χρόνια, με τους πολέμους, με τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, με τη μετατροπή της κοινωνίας σε παθητικό δέκτη των ορέξεων των πάσης φύσεως δυνατών και σε βουλιμικό καταναλωτή της οποιασδήποτε πρεταπορτέ χαράς, το ποδόσφαιρο κατακτήθηκε από εκείνους που το εχθρεύονταν στην αρχή της ιστορίας του. Όσο δίκιο και αν έχει ο Αντόνιο Γκράμσι, όταν αποκάλεσε στον καιρό του το γήπεδο ως το «σπουδαίο υπαίθριο βασίλειο της ανθρώπινης αφοσίωσης», δίκιο που του το αναγνωρίζουμε, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι τώρα το ποδόσφαιρο παίζει σε άλλο γήπεδο, παίζει μονίμως εκτός έδρας. Βεβαίως και πρέπει να ξαναγίνει δικό μας, ασφαλώς και πρέπει να παίζει στο δικό μας γήπεδο. Ευχή είναι, και καλό είναι να την κρατήσουμε ζωντανή, για να γίνει όραμα, και σκοπός: για να βάλουμε γκολ! Η ιστορία δεν πηγαίνει πάντα ίσια – γι’ αυτό και πάντα υπάρχει η δυνατότητα να «ξεστρατίσουν» τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση: αυτήν της εν γένει ριζοσπαστικής πολιτικής, αφού ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε όντα πολιτικά, όντα κοινοτικά, όντα ομαδικά.
Το πνεύμα αυτό απηχεί το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο: «Το ποδόσφαιρο είναι ένα περίπλοκο παιχνίδι και πιθανότατα υπάρχουν εξίσου πολλές προβληματικές πτυχές, όσο και απελευθερωτικές – ωστόσο, οι τελευταίες είναι υπαρκτές, και οι ριζοσπαστικοί οπαδοί πρέπει να τις ξετρυπώσουν. Ενώ το ποδόσφαιρο μπορεί να μην είναι ριζοσπαστικό καθαυτό, μπορεί να αποτελέσει τμήμα της επανάστασης – είναι κοντόφθαλμο να μειώνουμε το ποδόσφαιρο σε όπιο των μαζών, σε καπιταλιστικό παράδεισο και σε αντιδραστικό εκτροφείο εθνικισμού και σεχταρισμού. Υπάρχουν εγγενείς ποδοσφαιρικές αξίες που μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση και καθιέρωση κοινοτήτων με βάση την άμεση δημοκρατία, την αλληλεγγύη και, ας μην ξεχνιόμαστε, τη διασκέδαση».
Το βιβλίο του Gabriel Kuhn, Soccer Vs. The State: Tackling Football and Radical Politics, που κυκλοφόρησε το 2011, είχα το προνόμιο να το διαβάσω στην πρώτη μορφή της εδώ προσφερόμενης μετάφρασής του στα ελληνικά. Ήταν ο καρπός της πτυχιακής εργασίας που είχε εκπονήσει ο τότε φοιτητής μου (στην Κέρκυρα, στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου) και έκτοτε αγαπητός μου φίλος Βαγγέλης Τσίρμπας. Με μεγάλη μου χαρά έσυρα τούτες τις ηλεκτρονικές αράδες. Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκδότη για τη φιλοξενία. Από τον μεταφραστή περιμένω (κάτι για το οποίο είμαι βέβαιος) να μας δώσει και άλλες τέτοιες εξαιρετικής ποιότητας εργασίες. Και στους αναγνώστες εύχομαι να απολαύσουν αυτό το υπέροχο βιβλίο για τη μεγάλη (και τόσο αντιφατική) αγάπη μας: για το ποδόσφαιρο.
 
Κέρκυρα, 27 Ιουνίου 2020
Γιώργος Κεντρωτής

1.6.20

ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ

Είχαν –για μιαν ακόμη φορά– δίκιο οι αρχαίοι πρόγονοί μας που πρέσβευαν διαχρονικά το δόγμα «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», που, με λίγα και εντελώς σχηματικά λόγια, σημαίνει: «Αρχίζει κανείς να μαθαίνει και να παιδεύεται, αμέσως μόλις αρχίζει να σκέπτεται τί ακριβώς σημαίνουν οι λέξεις». Ας ακολουθήσουμε και εμείς, με τις μέτριες δυνάμεις μας, την αιώνια συμβουλή τους και ας δούμε, ας «επισκεφθούμε», ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πάνω στο όνομα της αγαπημένης μας ομάδας: ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Ας ξεκινήσουμε από τη μέση: στην ομάδα μας υπάρχουν ΦΙΛΑΘΛΟΙ. Είμαστε φίλαθλοι, παναπεί «αγαπάμε την άθληση και τους αθλούμενους». Η Ομάδα μας καλλιεργεί μεγάλο πλήθος αθλημάτων και πρωταγωνιστεί τόσο στην πατρίδα μας όσο και διεθνώς. Είναι τόσες πολλές οι διακρίσεις της, που άφοβα μπορούμε να συνεχίσουμε να ισχυριζόμαστε ότι είναι –όντως– αμέτρητες.
Αλλά στην ομάδα μας δεν είναι απλώς μεμονωμένοι φίλαθλοι. Η ομάδα μας είναι ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ. Οι φίλαθλοί της συνδέονται μεταξύ τους. Δεν είναι ξένοι ανάμεσά τους, δεν είναι μεμονωμένες προσωπικότητες, αλλά σύνολο προσωπικοτήτων, που καταρτίζουν μονάδα, ακριβώς επειδή τους συνέχει δεσμός. Η ομάδα μας δεν είναι «Αθλητικός Όμιλος», δηλαδή «παρέα» ή «κλειστή λέσχη συζητήσεων» (στα αγγλικά «club» – αυτό, άλλωστε, σημαίνει «όμιλος») που τυχαίνει και να αθλείται. Είναι άνθρωποι φίλαθλοι που συνδέονται στενά μεταξύ τους με τον δεσμό της αγάπης για τα σπορ, έτσι ώστε να απαρτίζουν ενιαίο σώμα με ενιαία διάνοια.
Η ομάδα μας είναι ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Η ιδέα της ίδρυσης συνελήφθη στον Πειραιά, όπου και υπογράφηκε η σχετική ιδρυτική πράξη. Δεν έμεινε όμως μόνο στον Πειραιά ­– απλώθηκε παντού, στην Ελλάδα και στον κόσμο! Αλλά πώς να έμενε μόνο στον Πειραιά, αφού και μόνο το όνομα του μεγάλου λιμανιού μάς δείχνει ότι εκεί δεν υπάρχει στάση, αλλά διαρκής κίνηση. Ο «Πειραιάς» είναι «πορθμέας»: είναι αυτός που «σε περνάει απέναντι», αυτός που «σε βγάζει στον κόσμο».
Και, βέβαια, ο Πειραιάς, αφού έφερε στον κόσμο τον ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, δεν τον άφησε εκεί, αλλά τον έβγαλε στον κόσμο. Το τίμιο, δηλαδή το «πολύτιμο» και «ανεκτίμητο» όνομα ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ήρθε να εξειδικεύσει το ποιόν του ιδρυθέντος ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Το απαράμιλλης ωραιότητας επίθετο «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ» είναι ό,τι πιο ελληνικό και συνάμα ό,τι πιο παγκόσμιο απαντάται στον ελληνικό πολιτισμό. Η λέξη αυτή παραπέμπει μεν στην Ολυμπία και στους Ολυμπιακούς Αγώνες –να, λοιπόν, ο αληθινός δεσμός μας ως φιλάθλων!–, πλην όμως μας βγάζει και έξω από τα όρια του στενού τόπου και μας κάνει διεθνείς και παγκόσμιους – να ο πορθμέας που μας κουβαλάει! Είμαστε περήφανοι που είμαστε του Πειραιά, όπως επίσης είμαστε περήφανοι που είμαστε του κόσμου όλου! Περήφανοι, δηλαδή «γαύροι»!
Και είμαστε και «θρύλος» – δηλαδή «μιλάνε για μας», δεν περνάμε ποτέ απαρατήρητοι. Και όχι μόνο μιλάνε για τον Ολυμπιακό, για τον Θρύλο, αλλά και τον θαυμάζουνε. Για ποια ομάδα έχουν γραφτεί «λαϊκά» τραγούδια; Μα μόνο για την ομάδα του μεγάλου λιμανιού, που τιμά το λιμάνι και τον απλό εργατικό του κόσμο διαχρονικά, από το 1925 έως και σήμερα, αλλά και όλες τις κοινωνικές τάξεις. Κάτω από τη σκέπη του Ολυμπιακού στεγάζονται οι πάντες, επειδή ο Ολυμπιακός με τη μεγαλοσύνη του, με την «αβερτοσύνη» του, όπως θα έλεγε και ο βάρδος μας ο Στράτος Παγιουμτζής, μπορεί να εμπνεύσει όποιον έχει συνείδηση της τοπικότητας, αλλά ταυτόχρονα και της παγκοσμιότητας. Αυτόν τον κοσμοπολιτισμό και αυτή την ανοιχτοσύνη την εγγυάται το ιερό όνομα Ολυμπιακός, που με την οξύνοια και τη διορατικότητά του το έβαλε στο ελληνικό καθημερινό λεξιλόγιο ο Νότης Καμπέρος, ο γενάρχης του Θρύλου, στις 10 Μαρτίου 1925 στην Ταβέρνα του Μοίρα, στον Πειραιά.
Και από εκείνη τη σημαδιακή ημέρα το όνομα ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ έγινε καμάρι του Πειραιά και καύχημα της Ελλάδας ολόκληρης παντού στην οικουμένη. Ο «σύνδεσμος των πειραιωτών φιλάθλων» εντάθηκε και κραταιώθηκε τόσο πολύ, ώστε να είναι στα χείλη όλων των φιλάθλων, φίλων και αντιπάλων. Το μεγαλείο του Ολυμπιακού και του τίμιου ονόματός του αποδεικνύεται και από το ότι υπάρχει επίθετο «αντιολυμπιακός». Ποια άλλη ομάδα μπορεί να καυχηθεί για τέτοιο παράσημο; Και μόνο το ότι κάποιοι αυτοκαθορίζονται ως αντίπαλοί σου δίνει το μέτρο της δικής σου μεγαλοσύνης.
Ανδριανόπουλοι, Βάζοι, Μουράτηδες, Σιδέρηδες, Κρητικόπουλοι, Αναστόπουλοι, Καραπιάληδες, Τζόρτζεβιτς... επώνυμα αθλητών «βαριά» και «περιληπτικά». Περιέχουν όλη την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού τυλιγμένη στην ερυθρόλευκη φανέλα και έχοντας σήμα τον αθάνατο έφηβο ολυμπιονίκη «με της δάφνης τα κλαριά» στο κεφάλι. Και βέβαια ένας τέτοιος Θρύλος μόνο με έναν μέγιστο Θρύλο της ελληνικής ιστορίας θα μπορούσε να συνδεθεί – το είπαμε: δεν είμαστε «όμιλος», είμαστε «σύνδεσμος»: με τον αρχιστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη, το όνομα του οποίου είναι το όνομα του γηπέδου μας, ένα όνομα ιερό και πολυσήμαντο που μας περιποιεί την ύψιστη δυνατή τιμή και κοσμεί ανεξίτηλα την ιστορία μας.
Ο Ολυμπιακός είναι σήμερα 95 ετών. Μεγαλώνει στην ηλικία και μαζί μεγαλώνει και στην αξία. Και μην ξεχνάμε τούτο το σημαδιακό: όσους τίτλους έχει μόνος του ο Θρύλος δεν τους έχουν όλοι οι άλλοι –οι «αντιολυμπιακοί»– μαζί.
Να ζήσει ο Ολυμπιακός, όχι εκατό, μα χίλια και άλλα χίλια χρόνια, και εκτός από διεθνής να γίνει και διαπλανητικός και διαγαλαξιακός, ακριβώς επειδή είναι η ομάδα του Πειραιά, αυτού που σε πάει πάντα απέναντι και σε βγάζει πάντα έξω στον κόσμο.

ΖΗΤΩ Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ!


21.11.19

ΜΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ


ΜΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ

Σε πολλούς φίλους, που με ρώτησαν, είπα ότι δεν υπάρχει "εμφύλιος πόλεμος" στο Ολυμπιακό. Υπάρχουν ανταγωνισμοί μεταξύ κεφαλαιοκρατών. Θα τα "ξαναβρούνε" και θα τα "ξαναχαλάσουνε". Και, εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να ανακατευόμαστε.
Όταν τα είχαν μεταξύ τους καλά, δεν μας είχαν ρωτήσει. Όταν τα χάλασαν, δεν μας ρώτησαν. Όταν θα τα ξαναφτιάξουν, δεν θα μας έχουν ρωτήσει. Ούτε όταν "ανταλαφούζιζαν" και "φιλομπέιζαν", μας ρώτησαν. Ούτε όταν "μητροπούλιζαν" και "ξεμητροπούλιζαν", μας ρώτησαν. Ούτε όταν "γκαγκατσίσανε" για λίγο μας ρώτησαν. Ούτε όταν "κουγιολογούνταν" και "αντικουγιολογούνταν", μας ρώτησαν. Ούτε όταν ξεπασόκιασαν, ούτε όταν "συριζολιούντανε", ούτε όταν "νεοδημοκράτισαν" / "κυριακομητσοτάκισαν ντοροπρεπώς" μας ρώτησαν. Ούτε θα μας ρωτήσουν ποτέ.
Είναι βέβαιο ότι αγαπούν τον Ολυμπιακό όσο κι εμείς, αλλά με τον δικό τους τρόπο. Τυχαίνει αυτός ο τρόπος να μην είναι ο δικός μας, γιατί εμείς ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ. Εκείνοι -πέραν της σχετικής αγάπης τους- έχουν.
Και το ότι δεν είμαστε μαζί τους, δεν σημαίνει ότι είμαστε εναντίον τους. Είμαστε ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Οι ΠΑΕ (και οι ΚΑΕ) ανήκουν στους μετόχους των ΑΕ, όχι σε εμάς. Κάποιοι από εμάς γίναμε οπαδοί του Θρύλου πριν από τη σύσταση των ΠΑΕ και των ΚΑΕ. Εμείς, παλιότεροι και νεώτεροι, είμαστε ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Εμένα, λοιπόν, να μη με λογαριάζει κανείς τους ούτε για φίλο του ούτε για εχθρό του ΠΟΤΕ. Εγώ είμαι μόνο Ολυμπιακός.
Να με συγχωρήσουν όσοι δυσαρεστηθούν από ό,τι γράφω (δεν είναι ανάγκη να συμφωνούμε όλοι σε όλα), αλλά δεν θα απαντήσω σε κανένα σχόλιο. Πρόκειται για θέσεις ζωής, όχι για κουβέντα απ' αφορμή κάποιων συμβάντων.


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ!

9.10.19

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΣΑΡΓΚΑΝΗ


ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΣΑΡΓΚΑΝΗ
(ανοικτή επιστολή)


Δεν έχει συγγνώμη. Ό,τι και αν λες ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Έφυγες από τον Ολυμπιακό και πήγες στον Παναθηναϊκό. Τί θες τώρα;
Πόσες φορές θα σου πούμε ότι δεν σε θέλουμε; Τί δεν καταλαβαίνεις; «Δεν σε θέλουμε» σημαίνει «δεν σε θέλουμε». Και, αφορμής δοθείσης, σ’ το έχουμε πει αρκετές φορές. Γιατί επιμένεις; Μήπως ελπίζεις ότι θα μας βρεις μπόσικους και ότι θα ξεγελαστούμε και θα σε συγχωρήσουμε; Δεν υπάρχει περίπτωση, γιατί εδώ είναι Πειραιάς, κι ο Πειραιάς έχει νόμους που εφαρμόζονται.
Δεν μας ενδιαφέρουν οι λόγοι, για τους οποίους πήγες στον Παναθηναϊκό, ούτε και οι λόγοι, για τους οποίους σε σουτάρησαν από εκεί. Σε θυμόμαστε να λες πολλά και άτοπα και υβριστικά για τον Ολυμπιακό: τα ακούσαμε, τα διαβάσαμε, τα θυμόμαστε. Εμείς οι Ολυμπιακοί δεν ξεχνάμε – κι αυτό μάλλον ούτε το φαντάζεσαι. Αλλά έτσι είναι: δεν ξεχνάμε ποτέ.
Λες ότι ήσουν οπαδός του Ολυμπιακού από παιδάκι. Δεν μας ενδιαφέρει, ακόμα και αν είναι αλήθεια. Πάντως, όταν πανηγύριζες και ύβριζες τον Ολυμπιακό, το είχες ξεχάσει, γιατί ούρλιαζες πόσο ευτυχισμένος είσαι στην ομάδα της καρδιάς σου (τον Παναθηναϊκό) και ότι «μας τα έχωσες». Όταν σε στείλανε αδιάβαστο οι Πράσινοι (τα συνηθίζουν κάτι τέτοια) σε ρώτησαν στο ραδιόφωνο ποιά ομάδα υποστηρίζεις («Παναθηναϊκό ή Ολυμπιακό;» - με αυτή τη σειρά) κι εσύ απάντησες εξυπνακίστικα ότι είσαι Ηλυσιακός. Άντε! Είπαμε: τα θυμόμαστε όλα.
Όπως εμείς μπορούμε να ζήσουμε χωρίς εσένα, έτσι κι εσύ μπορείς να ζήσεις χωρίς εμάς. Στους βετεράνους δεν σε γράψαμε και σ’ το ξηγήσαμε στην πειραϊκή διάλεκτο. Τί δεν κατάλαβες; Τη φανέλα του Βάζου και του Μουράτη και του Αριστείδη δεν την έχουμε για πατσαβούρα.
Και μην ξαναπείς ότι είσαι Ολυμπιακός. Και μην κλαίγεσαι για τον Ολυμπιακό. Τις κλάψες δεν τις έχουμε σε υπόληψη στον Πειραιά. Και μιας και τό ’φερε ο λόγος, μάθε ότι με τις κλάψες σου στέλνεις τον εαυτό σου πιο κάτω στη βαθμολογία και από τον Αποστολάκη.
Ο Παναθηναϊκός, μεγάλη ομάδα που τη σεβόμαστε, είναι ο αιώνιος αντίπαλός μας. Όποιος πάει στον Παναθηναϊκό, δεν έχει θέση στον Ολυμπιακό. Σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του έχει επιλέξει πού είναι η θέση του, και πρέπει να το θυμάται. Δεν το καταλαβαίνεις; Τόσο δύσκολο είναι; Εμείς το ξέρουμε και το θυμόμαστε. Κι αν έχουμε κάποιες εξαιρέσεις, κακώς τις έχουμε, και δεν έπρεπε να είχαν γίνει. Έφυγες; Τελειώσαμε! Μπράβο σου που έφυγες, μπράβο μας που σε τελειώσαμε. Οι ξαναζεσταμένες αγάπες δεν απαλείφουν τα βρομόλογα που έχεις ξεστομίσει κατά του Θρύλου. Κανείς οπαδός του Ολυμπιακού δεν συγχωρεί την αλλαγή φανέλας: από τον ερυθρόλευκο δαφνοστεφανωμένο έφηβο στο πράσινο τριφύλλι.
Να είσαι καλά. Και να μη μας γράφεις! Δεν μας ενδιαφέρει να ξέρουμε τίποτα για σένα: ούτε πού είσαι, ούτε τί κάνεις. Και το ξαναλέμε για τελευταία φορά: ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΥΓΓΝΩΜΗ!

23.9.19

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΤΕΡΜΠΥ;



ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΤΕΡΜΠΥ;

Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός 1-1. Το αποτέλεσμα του χθεσινού ντέρμπυ δεν με εξέπληξε. Ίσα-ίσα το φοβόμουν πολύ, κι έχω μάρτυρες που με άκουσαν να το λέω και πριν από τον αγώνα και στη διάρκεια του αγώνα. Όχι, δεν διεκδικώ τον τίτλο του μάντη, ούτε επιδίδομαι σε οιωνοσκοπίες – αφήνω δε που τις σιχαίνομαι.
Δεν είμαι προπονητής, κι έτσι δεν θα γράψω τίποτα «τεχνικό». Η ομάδα μας έχει αποδεδειγμένα ικανότατο προπονητή, και μάλιστα πολύ καλύτερον από… εμένα, τον εντελώς άσχετο. Όμως θέλω να γράψω δυο κουβέντες, με όσο μεγαλύτερη συντομία μπορώ.
Το χαρακτηρισμό «ντέρμπυ», που δίνεται στους αγώνες μας με τον Παναθηναϊκό, τον «αιώνιο αντίπαλο», τον ακούω 60 χρόνια τώρα. Που σημαίνει ότι ισχύει… ότι δεν είναι επινόηση κανενός. Αποτελεί ατράνταχτο ιστορικό δεδομένο: δύο αγωνίζονται ό ένας εναντίον του άλλου, επειδή υπάρχει ο «ένας» και ο «άλλος». Με απλές κουβέντες (και για να το πούμε εντελώς σχηματικά) ο «ένας» δεν αντέχει τον «άλλον», αλλά και «ο «ένας» δεν μπορεί να κάνει χωρίς τον «άλλον»: ζουν, κυριολεκτικώς, ο «ένας» για τον «άλλον».
Το ντέρμπυ τούς χρειάζεται και τους δύο: και τον «έναν» και τον «άλλον». Που σημαίνει ότι όσο υπάρχουν οι αντίπαλοι (ή αλληλομισούμενοι εχθροί) θα υπάρχει ντέρμπυ.
Αυτή τη φορά ο Ολυμπιακός –έτσι λεγόταν και γραφόταν, και δη μετ’ επιτάσεως– ήταν πολύ ισχυρός και ο Παναθηναϊκός σχεδόν υπό διάλυση, αν όχι και ήδη διαλυμένος. Οπότε εύκολα (θα) του έριχνε μια πεντάρα ή/και δεκάρα ο Ολυμπιακός του Παναθηναϊκού, και θα τον … αποδιέλυε. Ως γνωστόν, δεν έγινε έτσι.
Αλλά και πόσες άλλες φορές δεν έχει γίνει «έτσι» – και από τις δύο μεριές, άλλωστε;! Όσες φορές βάλαμε πολλά γκολ στον Παναθηναϊκό (και εκείνος σε εμάς αντίστροφα), ο αντίπαλός μας ήταν δυνατός, μερικές φορές μάλιστα και «φαβορί». Όσες φορές εμείς ή οι Πράσινοι περνάγαμε άσκημα φεγγάρια, ο «δυνατός» δεν μπόρεσε να συντρίψει τον «αδύνατο». Μερικές φορές, μάλιστα, γνώρισε οδυνηρές ήττες.
Αυτό γίνεται, επειδή το ντέρμπυ είναι ντέρμπυ και όχι παιδική χαρά. Ο ΟΦΗ ή η Λαμία μπορούν να νικήσουν εύκολα αυτόν τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ, εμείς όχι! Εναντίον μας θα παίξει λυσσασμένα, επειδή ΕΜΕΙΣ είμαστε ο αντίπαλός του – με τους άλλους απλώς «παίζει», επειδή υποχρεούται να παίξει. (Το ίδιο ισχύει εκ του αντιστρόφου και για εμάς.)
Θα κάνω ένα άλμα και θα πω ότι δεν πρόκειται να διαλυθεί ο Παναθηναϊκός. Περνάει άσχημη φάση, και δη για πολλά χρόνια, αλλά θα ανακάμψει και θα επανακάμψει. Δεν το εύχομαι – το ξέρω. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Ούτε «λυπάμαι» τον Παναθηναϊκό. Δεν μου το επιτρέπει, άλλωστε, η ιστορική διαδρομή των δύο συλλόγων: τον αντίπαλό σου ούτε τον λυπάσαι, ούτε τον οικτίρεις – τον σέβεσαι μόνο και τον λαμβάνεις πάντοτε σοβαρά υπόψη.
Έλαβε χθες  ο Ολυμπιακός σοβαρά υπόψη του τον Παναθηναϊκό; Όχι! Και δεν είναι, εξ άλλου, η πρώτη φορά που συνέβη. Και θα συμβεί και πάλι στο μέλλον. Φαίνεται ότι ο χαρακτήρας του ντέρμπυ είναι το κραταιότατο στοιχείο των αναμετρήσεών μας. Το ντέρμπυ πρέπει να υπάρχει πάντα – και γι’ αυτό υπάρχει πάντα, ανεξαρτήτως του πού βρίσκονται οι αντίπαλοι. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί σε όλον τον κόσμο πάρα πολλές φορές.
Μα, τότε, δεν μπορούσε κάποιος να «νουθετήσει», να «διαφωτίσει» τους παίκτες μας σχετικά; Φαίνεται ότι κάτι τέτοιο είναι πιο δύσκολο ακόμα και από το να αρχίσει από αύριο ο άνθρωπος να πετάει σαν πουλί, και τούτο να μην είναι θαύμα.
Πριν λίγες μέρες η Τότεναμ βρέθηκε να μας νικάει με 2-0 , και ο αγώνας έληξε 2-2, επειδή εμείς τους αποδείξαμε ότι δεν ήμασταν τόσο πολύ και τόσο άκοπα του χεριού τους, όσο νόμιζαν οι Λονδρέζοι. Και πανηγυρίσαμε (δικαίως, δικαιότατα!) την ισοπαλία σαν να ήταν νίκη περιφανής. Χτες έγινε το ίδιο. Στη θέση της ισχυρής Τότεναμ βρεθήκαμε εμείς και στη θέση τη δική μας (ναι, και ας μη μας ενοχλεί ο παραλληλισμός) ο αδύναμος Παναθηναϊκός, που μας πήρε ισοπαλία, που οι Πράσινοι την πανηγύρισαν (δικαίως, δικαιότατα!) σαν να ήταν νίκη τους περιφανής.
Γι’ αυτό λέω ότι θέλω τον Παναθηναϊκό ισχυρό. Για να παίζω μαζί του ντέρμπυ και να μπορώ έτσι να υπολογίζω ότι θα τον νικώ και (μακάρι) θα τον συντρίβω εκεί που δεν θα το περιμένει. Όταν με περιμένει, σαν πληγωμένο και στριμωγμένο στη γωνία ζώο, ξέρω ότι δεν θα περάσω καθόλου «ευχάριστα». Όποιος παίζει για τη ζωή και την τιμή του, δεν είναι εύκολος αντίπαλος.
Αυτά τα ολίγα.

7.7.19

ΕΙΜΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ


ΕΙΜΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Δεν είμαι Ολυμπιακός και μαζί του και κάτι άλλο - ούτε κάτι (άλλο) και μαζί του και Ολυμπιακός. Τον Ολυμπιακό δεν τον ανακατεύω με κανέναν και με τίποτα.

21.5.19

ΤΟ ΚΩΛΟΠΑΙΔΑΚΙ

 
ΤΟ ΚΩΛΟΠΑΙΔΑΚΙ...

... (γιατί όσο και αν μεγαλώνει στα χρόνια, κωλοπαιδάκι παραμένει) θα τα βρεί μπροστά του (ή / και πίσω του) τα κυλοτάκια και τα κοτοπουλάκια που αφήνει και τα λογάκια που ξεστομίζει - όλα δε εκ του απολύτως ασφαλούς. Και στους υποτακτικούς του λέμε τούτο μόνο: έχουμε μνήμη και θυμόμαστε ονοματεπώνυμα, ιδιότητες και "λειτουργίες" - και δεν πρόκειται να χαθούμε. Το τί γράφει ή εμέσσει το κάθε αγράμματο και αργυρώνητο δημοσιογραφάκι στην κάθε λαχανοφυλλάδα των 118 φύλλων ημερησίως ή στον κάθε βοθρότοπο δεν μας ενδιαφέρει: απλώς να μην το φέρει η κακιά του η ώρα να μας παρακαλέσει κανένα από δαύτα για τίποτα.
Είναι τίτλος τιμής να παίξουμε στην Α2 του μπάσκετ. Μακάρι, μάλιστα, να υπήρχε και Α222 - θα μας άρεσε εκεί να είμαστε. Όσο πιο μακριά από τους Φάρους και τους Σωλήνες και τα "no call" και τα "τρία φάουλ στον Μιλουτίνωφ στα πρώτα 18 δευτερόλεπτα του αγώνα", τόσο πιο καλά και τόσο πιο υγιεινά.
Με το ασύδοτο κωλοπαιδάκι δεν πρόκειται να χαθούμε. Έχει και η Ευρωλίγκα αγώνες. Και θα τα λέμε εκεί.
Ένα όνειρο έχω: να πάρω την Ευρωλίγκα παίζοντας στην Α2. Και θα την πάρω!

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΝΔΟΞΟ ΤΜΗΜΑ ΜΠΑΣΚΕΤ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ!
ΖΗΤΩ Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ!

26.11.18

ΤΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΤΗΣ FIFA ΚΑΙ ΤΗΣ CONMEBOL...


ΤΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΤΗΣ FIFA ΚΑΙ ΤΗΣ CONMEBOL...

... δεν κατάφεραν προχτές να "πείσουν" τους ποδοσφαιριστές (και "παιχταράδες") της Μπόκα Τζούνιορς και της Ρίβερ Πλέιτ να βγουν να παίξουν, για να μη χάσουν ( : τα καθάρματα) τα πεκούνια. Με αυτά τα καθάρματα και τους παπγιονάκηδες και ψαλιδόκωλους που διαφεντεύουν παγκοσμίως το ποδόσφαιρο χάνεται και το τελευταίο ίχνος μαγείας του. Μακάρι να αληθεύει η πληροφορία ότι οι απεσταλμένοι του αληταρά Ινφαντίνο φάγανε το ξύλο της αρκούδας στα αποδυτήρια της Μπόκα.
Θα το πω ξεκάθαρα: οι χίλιοι τόσοι εγκληματίες, που φόραγαν τη φανέλα της Ρίβερ και πετροβολούσαν το πούλμαν της Μπόκα, κατά βάθος μισούν τη Ρίβερ. Το ίδιο ισχύει και για τους χίλιους τόσους εγκληματίες, που φόραγαν τη φανέλα της Μπόκα πριν από τρία χρόνια και "φαρμάκωσαν" με σπρέι πιπεριού τους ποδοσφαιριστές της Ρίβερ: μισούν τη Μπόκα.
Σιχαίνομαι εξ ίσου και τις δύο αγέλες. Αμφότερες μισούν το ποδόσφαιρο τουλάχιστον όσο και οι διάφοροι Χαβελάνγκε, Μπλάτερ, Ινφαντίνο...
Ναι, είμαι από μικρό παιδί φανατικά στο πλευρό της Μπόκα Τζούνιορς. Χωρίς όμως τη Ρίβερ Πλέιτ η Μπόκα Τζούνιορς δεν είναι Μπόκα Τζούνιορς. (Ισχύει και το αντίστροφο.) Και βέβαια δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να νικάω τη Ρίβερ (και μεγαλύτερη λύπη από το να χάνω από τη Ρίβερ). Κι όταν οι της Ρίβερ με λένε "γουρούνι" και "σκατιά", εγώ τους απαντάω ότι είναι αιώνιες "κότες", κι έτσι το πράγμα διευθετείται πολύ όμορφα στα λόγια, γιατί είναι "μέρος του παιχνιδιού".
Το αίμα όμως δεν είναι μέρος του παιχνιδιού - ούτε τα συμφέροντα των κάθε λογής ινφαντίνων που από το αίμα βγάζουν χρήμα και που τους ποδοσφαιριστές τούς κάνουν από ανθρώπους να καταντούν μοντέλες, τουτέστιν "κρέατα".
Εννοείται ότι το αυτό ισχύει ακριβώς και απολύτως και για τα εν Ελλάδι συμβαίνοντα.